Vernacular Photography

Από τον Αγαμέμνονα Κουτσοσπύρο

Από σχόλια μου εδώ και εκεί, λίγο-πολύ θα έχετε καταλάβει την αγάπη που τρέφω για τη Δημώδη Φωτογραφία. Μεταφράζω έτσι το δόκιμο όρο της Αγγλικής Vernacular Photography και του αποδίδω την έννοια της Φωτογραφίας που προέρχεται από τον ανώνυμο δημιουργό, από το Δήμο, από το Λαό που είναι πλησιέστερη στο πνεύμα του Αγγλικού όρου. Η κατά λέξη μετάφραση του όρου “vernacular” στη γλώσσα μας είναι «ιδιωματικός» που από τη μια μεριά δε μου ταίριαξε και από την άλλη είναι υιοθετημένος όρος, με ευρύτατη χρήση, συσχετισμένος με τη γλώσσα. Έπειτα και το «Δημώδης Ποίηση» είναι όρος που χρησιμοποιείται σε παρόμοιο πνεύμα. Δεν είμαι γλωσσολόγος, ούτε διαθέτω ιδιαίτερες γνώσεις πάνω σε αυτό το αντικείμενο αλλά δε βρήκα τέλος πάντων καλύτερο όρο και είμαι ανοιχτός σε άλλες προτάσεις, αν υπάρχουν. Χρειάζεται όμως κανείς να διευκρινίσει το νόημα του όρου και γι αυτό θα καταφύγω στον πρωταρχικό όρο, vernacular photography. Για το τι είναι λοιπόν vernacular photography είναι προτιμότερο να ανατρέξει κανείς στην ιστορία της Φωτογραφίας, παρά να κοιτάξει στεγνούς (και στενούς) ορισμούς σε εγκυκλοπαίδειες η σε λεξικά. Αλλά για να καλύψω και αυτή την περίπτωση, παραθέτω τον ορισμό του όρου Vernacular Photography στο Wikipedia: “vernacular photography refers to the creation of photographs by amateur or unknown photographers who take everyday life and common things as subjects” (wikipedia). Με λίγα λόγια μιλάμε για φωτογραφία γεννημένη από ερασιτέχνες η άγνωστους φωτογράφους που καταγράφουν σκηνές καθημερινότητας χωρίς κάποια άλλη ανώτερη επιδίωξη η προσδοκία. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή (και κατά το δυνατό) με συντομία.

 

 

 

Κάποιες μέρες του 1839 «εγένετο Φωτογραφία» και σαν όρος (αποδίδεται στον John Herschel) και σαν ανάκάλυψη λίγο-πολύ στη μορφή που την ξέρουμε σήμερα (αποδίδεται στον William Henry Fox Talbot). Αναμφισβήτητα πρόκειται για την ανακάλυψη που συντέλεσε όσο λίγες άλλες στη ραγδαία μετάδοση της οπτικοεικονικής πληροφορίας με ανυπολόγιστες επιρροές και συνέπειες για πολλές κοινωνικές δραστηριότητες (τέχνη, επιστήμη, τεχνολογία, βιομηχανία, και εμπορίο). Το γιατί δεν ανακαλύφθηκε η Φωτογραφία χρόνια η και αιώνες νωρίτερα είναι παράδοξο μιας και οι δυο θεμελιακές επιστημονικές της συνιστώσες (Φυσική και Χημεία) ήταν γνωστές πολύ πριν το 1839. Συγκεκριμένα ο Σκοτεινός Θάλαμος (Camera Obscura) ήταν γνωστός τουλάχιστον 400 χρόνια πριν αν κρίνουμε από το αντίστοιχο σκίτσο του Leonardo da Vinci χρονολογημένο στα 1519 και ας μη παραβλέψουμε το γεγονός οτι η αρχή λειτουργίας του είναι γνωστη στον Αριστοτέλη περίπου το 300 π.Χ. Αλλά και η δεύτερη επιστημονική συνιστώσα η χημική διεργασία είναι κι αυτή γνωστή πολύ πριν μιας και υπάρχουν πολλές ιστορικές μαρτυρίες της ιδιότητας μερικών υλικών να αντιδρούν παρουσία του φωτός. Βέβαια η γέννεση μιας ανακάλυψης δε συντελείται αν δεν ωριμάσει κοινωνική ανάγκη που την κάνει απαραίτητη και την κυοφορεί. Το ποιά η ποιές ήταν οι ανάγκες αυτές είναι μεγάλη συζήτηση πάντως ενδεικτικά θα πρέπει κανείς να αναφέρει την πίεση που εξάσκησε κατά τον τοκετό η ανάγκη (και ανικανότητα) της Ζωγραφικής για πιστή αποτύπωση, άποψη που προβλήθηκε κάμποσα χρόνια πριν (1981) απο τον Peter Galassi τωρινό διευθυντή του Φωτογραφικού τμήματος του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης στην έκθεση και το ομώνυμο βιβλίο Before Photography: Painting and the Invention of Photography.

::::::

 

Ανεξάρτητα βέβαια από όλα αυτά δεν πρέπει να πέρασε καλά παιδικά χρόνια η Φωτογραφία. Για πολύ καιρό η επίσημη Τέχνη την αντιμετώπισε σαν το μπάσταρδο αδελφάκι της Ζωγραφικής η στην καλύτερη περίπτωση σαν Τέχνη «εξ αγχιστείας» με κύριους θεράποντες τους διάφορους αμφιβόλου ταλέντου εκπεσσόντες ζωγράφους. Μερικά από αυτά τα παιδικά τραύματα δεν έχουν επουλωθεί και είναι εμφανή ακόμα και σήμερα στην περίοδο ενηληκίωσης της αλλά αυτό ας το ξεπεράσουμε για τώρα. Οι δυο κύριοι πόλοι δραστηριότητας που αναπτύσσονται τον πρώτο καιρό μετά τη γέννηση της Φωτογραφίας με θεράποντες από τη μια τους λίγους «εκλεκτούς» που την πίστεψαν από την αρχή σαν Τέχνη (μάλλον βασισμένοι σε λάθος λόγους) και από την άλλη τους πολλούς, τον απλό λαό που προσπαθούσε να διασκεδάσει την αρχική του έκπληξη που γρήγορα μετουσιώθηκε αν όχι σε κεραυνοβόλο έρωτα τουλάχιστον σε σαγήνη. Περιττό να πούμε πως με τον καιρό κι άλλοι πόλοι ξεφύτρωσαν που αργότερα βέβαια ολοκληρώθηκαν σε διακριτά πεδία και εφαρμογές της Φωτογραφίας. Η Susan Sontag στο ανυπέρβλητο και φιλοσοφικού βάθους βιβλίο της On Photography παραθέτει 31 πεδία εφαρμογής αλλά είμαι σίγουρος πως είναι πολύ περισσότερα.

::::

Αλλά ας γυρίσουμε πίσω στους δυο αρχικούς πόλους μιας και αυτοί είναι που σχετίζονται περισσότερο με το θέμα μας. Λοιπόν όπως πάντα μερικοί «εκλεκτοί» και ήδη μυημένοι στα περί των Τεχνών διείδαν από την αρχή τη δυνατότητα του μέσου να παράγει τέχνη. Όμως πως να παράγει κανείς τέχνη με εργαλείο μια ανακάλυψη που η Επιστήμη και η Τεχνολογία εναπόθεσαν σα νόθο στην εξώπορτα των Καλών Τεχνών. Πρώτα απ’ όλα απουσίαζε η κληρονομικότητα και δεύτερον πάντα οι Καλές Τέχνες δυσπιστούν σε αυτά που κατά καιρούς τους σερβίρουν Επιστήμη και Τεχνολογία. Κατέφυγαν λοιπόν οι «εκλεκτοί» στο γνωστό τρυκ «αν δεν έχεις καταγωγή κάνεις ένα καλό γάμο». Κι έτσι πάντρεψαν τη Φ με τη Ζ η οποία δεν αρνήθηκε ποιός ξέρει για ποιούς λόγους. Πάντως εδώ που τα λέμε το πάντρεμα αυτό δεν της βγήκε κι άσχημα της Ζ γιατί νέα κι ώραία ήταν η Φ, μεσόκοπη η Ζ και με πολλά αδιέξοδα εκείνο τον καιρό. Κι αν κρίνουμε από τη συνέχεια το γαμήλιο δώρο που πρόσφερε η Φ στη Ζ, την απελευθέρωση δηλαδή από την πιστή αποτύπωση (αδιαμφισβήτητο προσόν της Φ), την αναγέννησε. Έχρισαν λοιπόν τη Φωτογραφία Τέχνη εξ αγχιστείας, όχι Τέχνη βασισμένη στα εγγενή χαρακτηριστικά της. Να λοιπόν οι θολούρες, να τα κουνημένα και τα ομιχλώδη, να οι Ραφαηλίτικες και προ-Ραφαηλίτικες στάσεις-μάλλον απαραίτητες συστάσεις μιας καινούργιας για να μπει στα σαλόνια των Τεχνών. Κάπως έτσι έγινε λοιπόν η Pictorial Photography το πρώτο «έντεχνο» ρεύμα (και αγιάτρευτό για κάμποσο καιρό τραύμα) της Φωτογραφίας. Ας δουμε όμως τι έκαναν και οι «πολλοί» στο ίδιο διάστημα. Τίποτα ιδιαίτερο απλά σαγηνεμένοι από τη δυνατότητα του μέσου τραβούσαν φωτογραφίες τις καθημερινές τους δραστηριότητες. Χωρίς «ανώτερες» επιδιώξεις, προκαταλήψεις η φιλοδοξία να δημιουργήσουν τέχνη, σαγηνεμένοι από τις δυνατότητες του μέσου για αποτύπωση, πάγωμα του χρόνου και, γιατί όχι, μερικές φορές και για μετασχηματισμό. Προσπαθούσαν να καταγράψουν στιγμές και γεγονότα συχνά ψάχνοντας και σε μονοπάτια δημιουργικότητας ο καθένας για δικό του προσωπικό λόγο. Και ω τι θαύμα που ένα μικρό χαρτάκι χωρούσε τις λύπες, τις χαρές, τις αγάπες, τις αναμνήσεις, τα χωρατά τους, και τις σοβαρές στιγμές, τα διαλείματα της εργασίας, τις διακοπές! Τι θαύμα που το χαρτάκι αυτό χωρούσε στο πορτοφόλι, στη τσέπη, στη τσάντα, στο φάκελο του ταχυδρομείου, σε ένα καδράκι! Ένα θαύμα που από τη μια στιγμή στην άλλη μετέφερε τον ξενιτεμένο στην πατρίδα του, το φαντάρο από το πεδίο της μάχης στην αγκαλιά της αγαπημένης του, τις Πυραμίδες, τον Παρθενώνα και όλα τα άλλα θαύματα του ανθρώπινου πολιτισμού στο σαλόνι του σπιτιού τους. ΄Ενα θαύμα που έπέτρεπε στον ενήλικο να δεί επι τέλους το παιδικό η και μωρουδίστικο πρόσωπό του. Ένα θαύμα που ήταν καμωμένο και προσιτό για όλους. Democratic Camera, μου έρχεται αναπόφευκτα στο μυαλό, ο τίτλος του βιβλίου και της έκθεσης του Eggleston και σκέφτομαι πόσο επίκαιρος και συναφής είναι ο όρος. Έτσι απλά και ενστικτώδικα ο κόσμος αγκάλιασε το νέο μέσο και απολάμβανε ότι είχε να του προσφέρει αυτή η καινούργια και τόσο διαφορετική ανακάλυψη. Από αυτή την άποψη η σχέση του κόσμου με τη Φωτογραφία ήταν πολύ πιο τίμια, ουσιαστική, και δυναμική από αυτή των πικτοριαλιστών. Σε επίπεδο φόρμας ο βασικός κανόνας ήταν «ότι χωρά μέσα στο ορθογώνιο κάδρο», τις πιο πολλές φορές χωρίς ιδιαίτερη σημασία και τάξη, άλλες φορές με επιμέλεια και φροντίδα. Να τα στραβά κάδρα, να τα κομένα θέματα (αντικείμενα η υποκείμενα).

::::

Πήρε κάμποσο καιρό στη Φωτογραφία να βγεί από το τέλμα και αδιέξοδο που την οδήγησε ρεύμα των πικτοριαλιστών (η πικτοριαληστών; δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να ανορθογραφίσω γιατί, λίγο υπερβολικά και δραματικά ίσως, σκέφτομαι πως μπορεί νάναι πιο σωστή η γραφή έτσι αν σκεφτεί κανείς πως λήστεψαν την παιδική ηλικία της Φωτογραφίας). Κάποτε στη δεκαετία του 1880 κάποιες φωνές μέσα στο ρεύμα των πικτοριαλιστών ξεστομίζουν τον όρο straight photography σαν απάντηση και αντιδιαστολή σε φωτογραφίες πικτοριαλιστών όπως ο Henry Peach Robinson που επέμβαιναν σημαντικά στο αρνητικό η στο τύπωμα για να παρουσιάσουν εικόνες που έμοιαζαν πιο πολύ με «ζωγραφιές» παρά με φωτογραφίες. Αν και αρχικά ο όρος εννοούσε απλά «αναλλοίωτες» φωτογραφίες, αργότερα αλλάζει νόημα, διευρύνεται και ταυτόχρονα συγκεκριμενοποιείται. Έτσι στα 1917 ο Paul Strand διακυρήσσει πως η δουλειά του διαχέεται από «απόλυτη ανεπιφύλακτη αντικειμενικότητα». Και ο όρος straight photography κατέληξε πια να αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη αισθητική με κυριότερα χαρακτηριστικά της την υψηλότερη αντίθεση (contrast), οξύτερη εστίαση, απέχθεια στο κροπάρισμα, και έμφαση στην υποκείμενη αφηρημένη γεωμετρική δομή των θεμάτων. Συνειδητοποιώντας τα αδιέξοδα του πικτοριαλισμού ο Stieglitz και οι «περι αυτόν» και διάφοροι άλλοι εγκολπώθηκαν τα κύρια στοιχεία του straight photography και υιοθέτησαν τη νέα προσέγγιση του previsualization όπου η τελειωμένη εικόνα συντίθεται στο εικονοσκόπιο (viewfinder) και όχι στο σκοπεινό θάλαμο. Αλλά ω τι έκπληξη! Με εξαίρεση ίσως την έμφαση στην υποκείμενη αφηρημένη γεωμετρική δομή των θεμάτων που ακούγεται κάπως κουλτουριάρικο, ναι λίγο-πολύ αυτά έκανε ο απλός κοσμάκης που φωτογράφιζε από καταβολής της Φωτογραφίας. Χρησιμοποιούσε τα εγγενή χαρακτηριστικά προσόντα του μέσου δηλαδή τη σύνθεση στο εικονοσκόπιο, την εστίαση και κλικ χωρίς καμιά δυνατότητα για κροπάρισμα η παιγνίδια στο σκοτεινό θάλαμο. Στη δεκαετία του 1930 τα χαρακτηριστικά αυτά εμπλουτισμένα με την διαφορική εστίαση (differential focus) και τη ζωνική έκθεση (zone exposure) γίνονται πια σημαία του νεοσύστατου club της Δυτικής Ακτής, του club f/64, με κύριους (και κυρίες) εκπροσώπους τους (τις) Edward Weston, Imogen Cunningham, Sonya Noskowiak και Ansel Adams. Πιο πολλά για το straight photography μπορεί κανείς να βρεί σε ένα ωραίο άρθρο του Minor White στο περιοδικό της Eastman-Kodak Image το 1956 όπου επανεξετάζει τα χαρακτηριστικά του straight photography (M. White, Lyrical & Accurate, A new definition of the characteristics of pure photography, Image, Journal of Photography and Motion Pictures of the George Eastman House, vol. 3 (8), 1956, available on line εδώ).

::::::

Αργότερα τα ίδια χαρακτηριστικά θα ενστερνιστούν και οι μοντερνιστές που πλέον θα αναγνωρίσουν τη vernacular photography σαν επίσημο ρεύμα της έντεχνης Φωτογραφίας. Με αυτά και με αυτά (τα χαρακτηριστικά) μεγάλωσε η Φωτογραφία και έγινε αυτή η έφηβη καλλονή που ερωτεύτηκαν σφόδρα (εκτός από τον απλό κόσμο) και όλοι αυτοί που αποκαλούμε σήμερα Μεγάλους Φωτογράφους. Δε χρειάζεται να κοιτάξει κανείς τις αναλύσεις του Szarkowski επί του θέματος, όλο κι όλο που χρειάζεται είναι, με λίγο ανοιχτό μυαλό, να ρίξει μια ματιά και θα αναγνωρίσει εύκολα και τάχιστα την επιρροή της vernacular photography στο έργο όλων των «Μεγάλων».

Οι φωτογραφίες που πλαισιώνουν το κείμενο είναι φωτογραφίες αγνώστων που είναι μέρος της συλλογής μου. Καιρό τώρα συλλέγω slides και negatives (προτιμώ τα πρώτα γιατί διατηρούνται καλύτερα) όπου τα βρώ σε παζάρια, αντικάδικα και παλαιοπωλεία. Τα αντέγραψα σε polaroids χρησιμοποιώντας ενα Polaprinter Slide Copier και μετά σκανάρισα τις polaroids.

Παρακολουθήστε τη σχετική συζήτηση εδώ.



'Vernacular Photography' has no comments

Be the first to comment this post!

Would you like to share your thoughts?

By continuing to use the site (continuing navigation, scrolling), you agree to the use of cookies. more information

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close